ἐσχηματισμένως

ἐσχηματισμένως, Adv. [tense] pf. part. [voice] Pass.,
A by the possession of form, Syrian.in Metaph.113.29.
II figuratively, Aps p.331 H., Sch. Ar.Pl.23 ; artificially, disingenuously, of argument, Herm.in Phdr. p.84 A.; fraudulently, Just.Nov.6.5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εσχηματισμένως — ἐσχηματισμένως (ΑΜ) επίρρ. μσν. κρυφά, μυστικά («φανερῶς ἢ ἐσχηματισμένως») αρχ. 1. με συγκεκριμένη μορφή 2. με σχήμα, παραστατικά («ἐσχηματισμένως εἰρῆσθαι») 3. (για επιχείρημα) τεχνικά, εξεζητημένα 4. απατηλά, πλαστά. [ΕΤΥΜΟΛ. Επίρρ.… …   Dictionary of Greek

  • ἐσχηματισμένως — by the possession of form indeclform (adverb) σχηματίζω assume a certain form perf part mp masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.